Traducción Griego-Alemán para "βγάζω"

"βγάζω" en Alemán

βγάζω
[ˈvɣazo]μεταβατικό ρήμα | transitives Verb v/t <έβγαλα; βγαλθηκα; βγαλμένος>

Vista general de todas las traducciones

(Para obtener más detalles de la traducción, hacer clic/pulsar)

  • herausholen, herausnehmen, herausziehen
    βγάζω από κάπου
    βγάζω από κάπου
  • hinausbringen
    βγάζω έξω
    βγάζω έξω
  • herstellen, erzeugen
    βγάζω προϊόν
    βγάζω προϊόν
  • herausgeben
    βγάζω εφημερίδα
    βγάζω εφημερίδα
  • beenden
    βγάζω σχολείο
    βγάζω σχολείο
  • halten
    βγάζω λόγο
    βγάζω λόγο
  • herausbringen
    βγάζω βιβλίο, προϊόν
    βγάζω βιβλίο, προϊόν
  • ausziehen, ablegen
    βγάζω ρούχα, παπούτσια
    βγάζω ρούχα, παπούτσια
  • abnehmen
    βγάζω καπέλο
    βγάζω καπέλο
  • ausziehen
    βγάζω αγκάθι, δόντι
    βγάζω αγκάθι, δόντι
  • verdienen
    βγάζω κερδίζω χρήματα
    βγάζω κερδίζω χρήματα
  • lösen
    βγάζω εισιτήριο
    βγάζω εισιτήριο
  • entfernen
    βγάζω λεκέ, κουκούτσια
    βγάζω λεκέ, κουκούτσια
  • ziehen
    βγάζω δόντι, μαχαίρι
    βγάζω δόντι, μαχαίρι
  • ausstrecken
    βγάζω γλώσσα
    βγάζω γλώσσα
  • auspressen
    βγάζω ζουμί
    βγάζω ζουμί
  • ausstoßen
    βγάζω κραυγή, αναστεναγμό
    βγάζω κραυγή, αναστεναγμό
  • hervorbringen
    βγάζω λόγια
    βγάζω λόγια
  • treiben
    βγάζω μπουμπούκια
    βγάζω μπουμπούκια
  • nennen
    βγάζω ονομάζω
    βγάζω ονομάζω
ejemplos
βγάζω
[ˈvɣazo]αμετάβατο ρήμα | intransitives Verb v/i <έβγαλα; βγαλθηκα; βγαλμένος>

Vista general de todas las traducciones

(Para obtener más detalles de la traducción, hacer clic/pulsar)

  • führen (σε zu , nach)
    βγάζω δρόμος
    βγάζω δρόμος
τα βγάζω πέρα
auskommen (με mit)
τα βγάζω πέρα
δεν βγάζω τσιμουδιά
keinen Mucks von sich geben
δεν βγάζω τσιμουδιά
βγάζω το φελλό από
βγάζω το φελλό από
σου βγάζω το καπέλο οικείο | umgangssprachlichοικ
σου βγάζω το καπέλο οικείο | umgangssprachlichοικ
βγάζω φλας
βγάζω φλας
δεν βγάζω άκρη μαζί της οικείο | umgangssprachlichοικ
ich werde aus ihr nicht klug
δεν βγάζω άκρη μαζί της οικείο | umgangssprachlichοικ
βγάζω λόγο
eine Rede halten
βγάζω λόγο
βγάζω (τ’ άπλυτα) στη φόρα
schmutzige Wäsche waschen
βγάζω (τ’ άπλυτα) στη φόρα
του βγάζω τα μάτια
jemandem die Augen auskratzen
του βγάζω τα μάτια
βγάζω στον πλειστηριασμό
βγάζω στον πλειστηριασμό
βγάζω το λάδι κάποιου οικείο | umgangssprachlichοικ
jemanden in die Mangel nehmen
βγάζω το λάδι κάποιου οικείο | umgangssprachlichοικ
βγάζω μπουμπούκια
(aus)treiben
βγάζω μπουμπούκια
βγάζω ή τραβώ φωτογραφίες
βγάζω ή τραβώ φωτογραφίες
βγάζω τα νύχια σε
βγάζω τα νύχια σε
βγάζω το ψωμί μου
βγάζω το ψωμί μου

¡Denos su opinión!

¿Qué le parece el diccionario en línea de Langenscheidt?

¡Muchas gracias por su valoración!

¿Tiene algún comentario sobre nuestros diccionarios en línea?

¿Falta alguna traducción, hay algún error o quiere elogiar nuestra labor? Rellene el formulario con sus comentarios. Indicar el correo electrónico es opcional y, conforme a nuestra política de privacidad, solo se utilizará para responder a su consulta.

Por favor, confirme que es usted una persona marcando la casilla de confirmación.*

*Campo obligatorio

Por favor, complete los campos marcados.

¡Muchas gracias por su comentario!

Visítenos en: