„Κάτω“ Κάτω [ˈkato] Vista general de todas las traducciones (Para obtener más detalles de la traducción, hacer clic/pulsar) Nieder-, Unter- Nieder-, Unter- Κάτω Κάτω ejemplos Κάτω Βαβαρίαθηλυκό | Femininum, weiblich f Niederbayernουδέτερο | Neutrum, sächlich n Κάτω Βαβαρίαθηλυκό | Femininum, weiblich f Κάτω Βουλήθηλυκό | Femininum, weiblich f πολιτική | Politikπολιτ Unterhausουδέτερο | Neutrum, sächlich n Κάτω Βουλήθηλυκό | Femininum, weiblich f πολιτική | Politikπολιτ Κάτω Σαξονίαθηλυκό | Femininum, weiblich f Niedersachsenουδέτερο | Neutrum, sächlich n Κάτω Σαξονίαθηλυκό | Femininum, weiblich f
„κάτω“: επίρρημα κάτω [ˈkato]επίρρημα | Adverb adv Vista general de todas las traducciones (Para obtener más detalles de la traducción, hacer clic/pulsar) unten unten κάτω κάτω ejemplos κάτω από unter κάτω από κάτω από weniger als κάτω από από κάτω von unten darunter από κάτω προς τα κάτω nach unten προς τα κάτω βρίσκομαι κάτω από το τραπέζι unter dem Tisch liegen βρίσκομαι κάτω από το τραπέζι εξαφανίστηκε κάτω από το τραπέζι er verschwand unter den Tisch εξαφανίστηκε κάτω από το τραπέζι παίρνω κάτω herunternehmen παίρνω κάτω φέρνω τα πάνω κάτω das Unterste zuoberst kehren φέρνω τα πάνω κάτω κάτω-κάτω ganz unten κάτω-κάτω στο κάτω-κάτω letzten Endes στο κάτω-κάτω κάτω από το οποίο worunter κάτω από το οποίο ocultar ejemplosmostrar más ejemplos „κάτω“: επίθετο, ως επίθετο κάτω [ˈkato]επίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj Vista general de todas las traducciones (Para obtener más detalles de la traducción, hacer clic/pulsar) untere, Unter- untere(r, s), Unter- κάτω κάτω ejemplos κάτω βλέφαροουδέτερο | Neutrum, sächlich n Unterlidουδέτερο | Neutrum, sächlich n κάτω βλέφαροουδέτερο | Neutrum, sächlich n κάτω γερμανικήθηλυκό | Femininum, weiblich f Plattdeutschουδέτερο | Neutrum, sächlich n κάτω γερμανικήθηλυκό | Femininum, weiblich f κάτω μέροςουδέτερο | Neutrum, sächlich n αθλητικής φόρμας Trainingshoseθηλυκό | Femininum, weiblich f κάτω μέροςουδέτερο | Neutrum, sächlich n αθλητικής φόρμας κάτω πλευράθηλυκό | Femininum, weiblich f Unterseiteθηλυκό | Femininum, weiblich f κάτω πλευράθηλυκό | Femininum, weiblich f ocultar ejemplosmostrar más ejemplos