„εντύπωση“: θηλυκό εντύπωση [enˈdiposi]θηλυκό | Femininum, weiblich f Vista general de todas las traducciones (Para obtener más detalles de la traducción, hacer clic/pulsar) Eindruck, Anschein Eindruckαρσενικό | Maskulinum, männlich m εντύπωση Anscheinαρσενικό | Maskulinum, männlich m εντύπωση εντύπωση ejemplos κάνω εντύπωση beeindrucken (σε κάποιον jemanden) κάνω εντύπωση μου κάνει εντύπωση es beeindruckt/wundert mich μου κάνει εντύπωση έχω την εντύπωση den Eindruck haben (ότι dass) έχω την εντύπωση